Για το δεύτερο τρίμηνο εκτιμάται ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 θα κινηθεί σταθεροποιητικά ή ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, καθώς η ενίσχυση της κερδοφορίας αντισταθμίζεται από την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού λόγω της συνεχιζόμενης πιστωτικής επέκτασης, κυρίως προς τις επιχειρήσεις. Στην ανάλυση παρουσιάζονται οι βασικές εξελίξεις και οι παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις κάθε τράπεζας τόσο στο δεύτερο τρίμηνο όσο και στη συνέχεια
Οι εκτιμήσεις της Goldman Sachs για τις Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα και Eurobank επικαιροποιούνται ενόψει της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου, με τις προσδοκίες να κάνουν λόγο για ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις, κυρίως στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII).
Οι αναλυτές θεωρούν πιθανές τις αναβαθμίσεις των προβλέψεων για το σύνολο του 2026, ιδιαίτερα από τη Eurobank και την Εθνική Τράπεζα, καθώς τα επιτόκια της αγοράς κινούνται υψηλότερα από τις παραδοχές που είχαν χρησιμοποιήσει οι διοικήσεις των τραπεζών. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, διαβλέπεται περαιτέρω ανοδικό περιθώριο για τις εκτιμήσεις των καθαρών εσόδων από τόκους την περίοδο 2027-2028 και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, καθώς η αγορά προεξοφλεί διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα, ενώ οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισολογισμούς που προσαρμόζονται γρήγορα στις μεταβολές των επιτοκίων.
Για το δεύτερο τρίμηνο εκτιμάται ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 θα κινηθεί σταθεροποιητικά ή ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, καθώς η ενίσχυση της κερδοφορίας αντισταθμίζεται από την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού λόγω της συνεχιζόμενης πιστωτικής επέκτασης, κυρίως προς τις επιχειρήσεις. Στην ανάλυση παρουσιάζονται οι βασικές εξελίξεις και οι παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις κάθε τράπεζας τόσο στο δεύτερο τρίμηνο όσο και στη συνέχεια.
Η Πειραιώς
Οι αναλυτές θεωρούν πιθανές τις αναβαθμίσεις των προβλέψεων για το σύνολο του 2026, ιδιαίτερα από τη Eurobank και την Εθνική Τράπεζα, καθώς τα επιτόκια της αγοράς κινούνται υψηλότερα από τις παραδοχές που είχαν χρησιμοποιήσει οι διοικήσεις των τραπεζών. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, διαβλέπεται περαιτέρω ανοδικό περιθώριο για τις εκτιμήσεις των καθαρών εσόδων από τόκους την περίοδο 2027-2028 και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, καθώς η αγορά προεξοφλεί διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα, ενώ οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισολογισμούς που προσαρμόζονται γρήγορα στις μεταβολές των επιτοκίων.
Για το δεύτερο τρίμηνο εκτιμάται ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 θα κινηθεί σταθεροποιητικά ή ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, καθώς η ενίσχυση της κερδοφορίας αντισταθμίζεται από την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού λόγω της συνεχιζόμενης πιστωτικής επέκτασης, κυρίως προς τις επιχειρήσεις. Στην ανάλυση παρουσιάζονται οι βασικές εξελίξεις και οι παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις κάθε τράπεζας τόσο στο δεύτερο τρίμηνο όσο και στη συνέχεια.
Η Πειραιώς
Για την Τράπεζα Πειραιώς, οι εκτιμήσεις επικαιροποιούνται ενόψει των αποτελεσμάτων που θα ανακοινωθούν στις 29 Ιουλίου. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROTE) αναμένεται να διαμορφωθεί στο 15% το δεύτερο τρίμηνο, βελτιωμένη κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά περίπου 3% σε τριμηνιαία βάση, χάρη στα υψηλότερα επιτόκια της αγοράς, τη μία επιπλέον ημέρα του τριμήνου και τη συνεχιζόμενη αύξηση των δανείων και των καταθέσεων. Η ευαισθησία της τράπεζας στα επιτόκια ανέρχεται σε περίπου 40 εκατ. ευρώ για κάθε μεταβολή 25 μονάδων βάσης του Euribor, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 2% των καθαρών εσόδων από τόκους του 2025. Ο μέσος όρος του τρίμηνου Euribor αυξήθηκε κατά περίπου 20 μονάδες βάσης στο δεύτερο τρίμηνο σε σχέση με το πρώτο, ενώ τα τρέχοντα επίπεδα είναι ακόμη υψηλότερα, δημιουργώντας ιδιαίτερα ευνοϊκές προοπτικές για το υπόλοιπο του 2026 και τα επόμενα έτη. Σημειώνεται ότι οι παραδοχές της διοίκησης κατά την Ημέρα Ενημέρωσης Επενδυτών προέβλεπαν επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2% το 2026 και στο 2,25% από το 2027, αισθητά χαμηλότερα από τις σημερινές προσδοκίες της αγοράς, που κυμαίνονται μεταξύ 2,5% και 2,75%.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά περίπου 3% σε τριμηνιαία βάση, χάρη στα υψηλότερα επιτόκια της αγοράς, τη μία επιπλέον ημέρα του τριμήνου και τη συνεχιζόμενη αύξηση των δανείων και των καταθέσεων. Η ευαισθησία της τράπεζας στα επιτόκια ανέρχεται σε περίπου 40 εκατ. ευρώ για κάθε μεταβολή 25 μονάδων βάσης του Euribor, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 2% των καθαρών εσόδων από τόκους του 2025. Ο μέσος όρος του τρίμηνου Euribor αυξήθηκε κατά περίπου 20 μονάδες βάσης στο δεύτερο τρίμηνο σε σχέση με το πρώτο, ενώ τα τρέχοντα επίπεδα είναι ακόμη υψηλότερα, δημιουργώντας ιδιαίτερα ευνοϊκές προοπτικές για το υπόλοιπο του 2026 και τα επόμενα έτη. Σημειώνεται ότι οι παραδοχές της διοίκησης κατά την Ημέρα Ενημέρωσης Επενδυτών προέβλεπαν επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2% το 2026 και στο 2,25% από το 2027, αισθητά χαμηλότερα από τις σημερινές προσδοκίες της αγοράς, που κυμαίνονται μεταξύ 2,5% και 2,75%.
Στα υπόλοιπα μεγέθη της κατάστασης αποτελεσμάτων, αναμένεται ισχυρή αύξηση των εσόδων από προμήθειες, υποστηριζόμενη τόσο από την οργανική ανάπτυξη όσο και από την ενοποίηση της Εθνικής Ασφαλιστικής. Στο μέτωπο των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, η οργανική εικόνα παραμένει θετική, αν και εκτιμάται ότι θα υπάρξει επιβάρυνση από τις πρόσφατες διευκρινίσεις σχετικά με τον νόμο Κατσέλη, ύψους περίπου 20 εκατ. ευρώ για κάθε συστημική τράπεζα. Ο δείκτης CET1 αναμένεται να παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητος στο 12,6%, καθώς η οργανική κεφαλαιακή δημιουργία αντισταθμίζεται από τις προβλέψεις για διανομή μερίσματος, την επιταχυνόμενη απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και την αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού. Οι αναλυτές αυξάνουν τις εκτιμήσεις για τα κέρδη ανά μετοχή κατά 2%-3% για την περίοδο 2026-2028, κυρίως λόγω των υψηλότερων προβλέψεων για τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ ανεβάζουν και την τιμή-στόχο στα 11,25 ευρώ από 11 ευρώ, διατηρώντας σύσταση αγοράς.

Η Eurobank

Η Eurobank
Για τη Eurobank, οι εκτιμήσεις αναθεωρούνται πριν από τα αποτελέσματα της 30ής Ιουλίου. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων προβλέπεται στο 16%, με θετικές τάσεις σε όλα τα βασικά μεγέθη. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, χάρη στην αύξηση των χορηγήσεων, του αριθμού ημερών και των επιτοκίων της αγοράς, ενώ επιπλέον ώθηση αναμένεται από τα υψηλότερα επίπεδα του Euribor. Οι αναλυτές προβλέπουν καθαρά έσοδα από τόκους ύψους 2,75 δισ. ευρώ για το 2026, επίπεδο υψηλότερο από την επίσημη καθοδήγηση της διοίκησης για περίπου 2,6 δισ. ευρώ. Η ανάπτυξη συνεχίζεται τόσο στις καταθέσεις όσο και στις χορηγήσεις, κυρίως μέσω της εταιρικής πίστης, ενώ οι παραδοχές για τα επιτόκια που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη σύνταξη του επιχειρηματικού σχεδίου έχουν πλέον ξεπεραστεί από τις εξελίξεις στην αγορά. Η ευαισθησία της Eurobank στα επιτόκια διαμορφωνόταν στο τέλος του πρώτου τριμήνου σε περίπου 30 εκατ. ευρώ για κάθε παράλληλη μεταβολή 25 μονάδων βάσης στην καμπύλη επιτοκίων.
Στα έσοδα από προμήθειες, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με αύξηση περίπου 7% σε ετήσια βάση στο δεύτερο τρίμηνο, συμβαδίζοντας με τον στόχο οργανικής ανάπτυξης έως το 2028. Τα λειτουργικά έξοδα εκτιμώνται λίγο πάνω από τα 1,3 δισ. ευρώ για το σύνολο του έτους, λόγω υψηλότερων δαπανών προσωπικού και συνεχιζόμενων επενδύσεων, με τον δείκτη κόστους προς έσοδα να διαμορφώνεται στο 36%. Οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις παραμένουν σε γενικές γραμμές σύμφωνες με την καθοδήγηση της διοίκησης, ενώ πιθανή θεωρείται και εδώ μία περιορισμένη επιβάρυνση λόγω του νόμου Κατσέλη. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η διοίκηση θα αναβαθμίσει την πρόβλεψη για τα καθαρά έσοδα από τόκους του 2026 κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, αξιοποιώντας το ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη αύξηση των όγκων εργασιών. Η τιμή-στόχος αυξάνεται στα 5,20 ευρώ από 5,10 ευρώ, με τη σύσταση να παραμένει αγορά.

H ETE

H ETE
Για την Εθνική Τράπεζα, οι επικαιροποιημένες εκτιμήσεις ενόψει των αποτελεσμάτων της 30ής Ιουλίου προβλέπουν αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους κατά περίπου 3% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, λόγω της ανόδου των επιτοκίων, της μίας επιπλέον ημέρας του τριμήνου και της αύξησης των χορηγήσεων και των καταθέσεων. Η ευαισθησία της τράπεζας στα επιτόκια διαμορφωνόταν σε περίπου 40 εκατ. ευρώ για κάθε μεταβολή 25 μονάδων βάσης, ενώ η καθοδήγηση της διοίκησης για το 2026 βασιζόταν σε μέσο Euribor 1,9%, όταν ο μέσος όρος του πρώτου εξαμήνου ανήλθε ήδη στο 2,15% και τα τρέχοντα επίπεδα πλησιάζουν το 2,5%. Για τον λόγο αυτό, οι αναλυτές θεωρούν πιθανή την αναβάθμιση των προβλέψεων για τα καθαρά έσοδα από τόκους με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του πρώτου εξαμήνου.
Παράλληλα, διατηρούν θετική στάση για την εξέλιξη των χορηγήσεων, προβλέποντας διψήφια αύξηση στα επιχειρηματικά δάνεια και ήπια βελτίωση τόσο στα στεγαστικά όσο και στα καταναλωτικά. Τα έσοδα από προμήθειες αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 8%, ενώ τα λειτουργικά έξοδα προβλέπεται να ενισχυθούν κατά περίπου 7% το 2026, καθώς η τράπεζα συνεχίζει να επενδύει σε τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό. Ο δείκτης CET1 εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σταδιακά από 17,4% στο πρώτο τρίμηνο σε 17,2% στο δεύτερο και σε περίπου 15,3% έως το 2028, καθώς οι διανομές προς τους μετόχους και η αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού αντισταθμίζουν την ισχυρή κερδοφορία. Η τιμή-στόχος αυξάνεται στα 18,50 ευρώ από 18 ευρώ, ενώ η σύσταση παραμένει ουδέτερη.

H Αlpha

H Αlpha
Για την Alpha Bank, οι εκτιμήσεις επικαιροποιούνται πριν από τα αποτελέσματα της 31ης Ιουλίου. Οι αναλυτές προβλέπουν βελτίωση της κερδοφορίας σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο, με την απόδοση ιδίων κεφαλαίων να διαμορφώνεται περίπου στο 12%, χάρη στην αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, την ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες και τη διατήρηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου σε ικανοποιητικά επίπεδα. Οι προβλέψεις για τα καθαρά κέρδη βρίσκονται κοντά στις εκτιμήσεις της αγοράς, ενώ αναμένεται θετικό μήνυμα από τη διοίκηση σχετικά με τις προοπτικές των καθαρών εσόδων από τόκους, καθώς και ανακοίνωση ενδιάμεσου μερίσματος αντίστοιχου με το περσινό, ύψους περίπου 5 λεπτών ανά μετοχή ή 119 εκατ. ευρώ. Ο δείκτης CET1 προβλέπεται να υποχωρήσει οριακά στο 14,6% από 14,7%, λόγω της αύξησης των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού.

www.worldenergynews.gr






